Πολιτιστική Κληρονομιά

Τρωτότητα

Πολιτιστική Κληρονομιά

Prepared by the European Centre on Prevention and Forecasting of Earthquakes (ECPFE) & the Editorial Board

Με βάση τη Σύμβαση της UNESCO σχετικά με την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς (1972), τα ακόλουθα θεωρούνται πολιτιστική κληρονομιά:

Μνημεία: αρχιτεκτονικά έργα, έργα μνημειακής γλυπτικής και ζωγραφικής, στοιχεία ή δομές αρχαιολογικού χαρακτήρα, επιγραφές, κατοικίες σε σπηλιές και συνδυασμοί χαρακτηριστικών, που έχουν εξαιρετική παγκόσμια αξία από την άποψη της ιστορίας, της τέχνης ή της επιστήμης.

Ομάδες κτιρίων: ομάδες ξεχωριστών ή συνδεδεμένων κτιρίων που, λόγω της αρχιτεκτονικής τους, της ομοιογένειας ή της θέσης τους στο τοπίο, έχουν εξαιρετική παγκόσμια αξία από την άποψη της ιστορίας, της τέχνης ή της επιστήμης.

Χώροι: έργα ανθρώπων ή έργα συνδυασμένης δράσης φύσης και ανθρώπου, και περιοχές συμπεριλαμβανομένων αρχαιολογικών χώρων, που έχουν εξαιρετική παγκόσμια αξία από ιστορική, αισθητική, εθνολογική ή ανθρωπολογική άποψη.

Κατά τη 16η σύνοδό της τον Δεκέμβριο του 1992, η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς ενέκρινε τρεις κύριες κατηγορίες πολιτιστικών τοπίων (το σαφώς καθορισμένο τοπίο, το βιολογικά εξελισσόμενο τοπίο, συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμένων τοπίων και των εξελισσόμενων τοπίων και τα συναφή πολιτιστικά τοπία).

Τα πολιτιστικά τοπία αντιπροσωπεύουν τα «συνδυασμένα έργα της φύσης και του ανθρώπου». Είναι ενδεικτικά της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας και κατοίκησης με την πάροδο του χρόνου, υπό την επίδραση των φυσικών περιορισμών ή / και ευκαιριών, που παρουσιάζονται από το φυσικό τους περιβάλλον, και διαδοχικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών δυνάμεων, τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών. Πρέπει να επιλέγονται με βάση τόσο την εξαιρετική παγκόσμια αξία τους όσο και την αντιπροσωπευτικότητά τους όσον αφορά μια σαφώς καθορισμένη γεωπολιτική περιοχή και επίσης για την ικανότητά τους να απεικονίζουν τα βασικά και διακριτά πολιτιστικά στοιχεία αυτών των περιοχών.

Ο όρος «πολιτιστικό τοπίο» περιλαμβάνει μια ποικιλία εκδηλώσεων της αλληλεπίδρασης μεταξύ της ανθρωπότητας και του φυσικού της περιβάλλοντος. Τα πολιτιστικά τοπία αντανακλούν συχνά συγκεκριμένες τεχνικές βιώσιμης χρήσης γης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα χαρακτηριστικά και τα όρια του φυσικού περιβάλλοντος, στο οποίο είναι εγκατεστημένα και μια συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τη φύση. Η προστασία των πολιτιστικών τοπίων μπορεί να συμβάλει σε σύγχρονες τεχνικές βιώσιμης χρήσης γης και μπορεί να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις φυσικές αξίες στο τοπίο. Η συνεχιζόμενη ύπαρξη παραδοσιακών μορφών χρήσης γης υποστηρίζει τη βιολογική ποικιλομορφία σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η προστασία των παραδοσιακών πολιτιστικών τοπίων είναι επομένως χρήσιμη στη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας (UNESCO Φεβρουάριος 1996: 10-11).

Η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να απειληθεί και να επηρεαστεί από διάφορους κινδύνους, που περιλαμβάνουν διαδικασίες, φαινόμενα ή ανθρώπινες δραστηριότητες, που μπορεί να προκαλέσουν απώλεια ζωής, τραυματισμό ή άλλες επιπτώσεις στην υγεία, βλάβες σε περιουσία, κοινωνική και οικονομική αναστάτωση ή περιβαλλοντική υποβάθμιση. Οι κίνδυνοι, που διαθέτουν υψηλό δυναμικό πρόκλησης όλων των παραπάνω δυσμενών επιπτώσεων, είναι οι γεωλογικοί ή γεωφυσικοί κίνδυνοι, οι υδρομετεωρολογικοί κίνδυνοι και οι τεχνολογικοί κίνδυνοι. Κατηγορίες κινδύνων όπως οι βιολογικοί κίνδυνοι δεν έχουν υψηλό δυναμικό πρόκλησης άμεσων τουλάχιστον επιπτώσεων σε μνημεία, ομάδες κτηρίων, χώρους και τοπία πολιτιστικής κληρονομιάς.

Λόγω της εκδήλωσης των παραπάνω κινδύνων και επιπτώσεων σχετικών καταστροφών, πολλά από τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορούν να εκτεθούν σε καταστροφές με επιπτώσεις, που εξαρτώνται από την τρωτότητα των στοιχείων και την ένταση των φαινομένων και να ενταχθούν στον κατάλογο της παγκόσμιας κληρονομιάς σε κίνδυνο. Ο κατάλογος αυτός ορίζεται σαφώς στο άρθρο 11 παράγραφος 4 της Σύμβασης για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς:

1… μια λίστα με τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς για τη διατήρηση των οποίων απαιτούνται σημαντικές επιχειρήσεις και για τις οποίες έχει ζητηθεί βοήθεια βάσει της Σύμβασης. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει εκτίμηση του κόστους τέτοιων εργασιών. Ο κατάλογος μπορεί να περιλαμβάνει μόνο τα ακίνητα που αποτελούν μέρος της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, που απειλούνται από σοβαρούς και συγκεκριμένους κινδύνους, όπως η απειλή εξαφάνισης, που προκαλείται από επιταχυνόμενη υποβάθμιση, δημόσια ή ιδιωτικά έργα μεγάλης κλίμακας ή ταχεία έργα αστικής ή τουριστικής ανάπτυξης: καταστροφή, που προκαλείται από αλλαγές στη χρήση ή ιδιοκτησία της γης, σημαντικές αλλαγές λόγω άγνωστων αιτιών, εγκατάλειψη για οποιονδήποτε λόγο, ξέσπασμα ή απειλή μιας ένοπλης σύγκρουσης, καταστροφές και κατακλυσμοί, σοβαρές πυρκαγιές, σεισμοί, κατολισθήσεις, ηφαιστειακές εκρήξεις, αλλαγές στη στάθμη του νερού, τις πλημμύρες και τα παλιρροιακά κύματα. Η επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, να προβεί σε νέα καταχώριση στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς σε Κίνδυνο και να δημοσιεύσει αμέσως αυτήν την εγγραφή (UNESCO 1972).

Η παράγραφος 6 (vi) των επιχειρησιακών κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι:

(i) Όταν ένα ακίνητο έχει επιδεινωθεί στο βαθμό, που έχει χάσει εκείνα τα χαρακτηριστικά, που καθόρισαν την ένταξή του στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς. Θα πρέπει να τοποθετηθεί στη λίστα παγκόσμιας κληρονομιάς σε κίνδυνο, στη συνέχεια θα εφαρμοστεί η διαδικασία σχετικά με την πιθανή διαγραφή από τον κατάλογο (UNESCO Φεβρουάριος 1996: 3).

Για την προστασία, την αποκατάσταση και την ανάκαμψη των μνημείων, των ομάδων κτηρίων, των χώρων και των αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς και των πολιτιστικών τοπίων, θα πρέπει οι αρμόδιες αρχές να βρίσκονται σε ετοιμότητα και να εφαρμόζουν γρήγορα και αποτελεσματικά δομικά και μη δομικά μέτρα για την αποτελεσματική πρόβλεψη, ανταπόκριση και ανάκαμψη από τις επιπτώσεις πιθανών, επικείμενων ή τρεχουσών καταστροφών και των επιπτώσεών τους σε στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα δομικά μέτρα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε φυσική κατασκευή για τη μείωση ή την αποφυγή πιθανών επιπτώσεων των κινδύνων, ή την εφαρμογή τεχνικών ή τεχνολογίας μηχανικής για την επίτευξη αντοχής και ανθεκτικότητας σε κινδύνους σε κατασκευές ή συστήματα. Τα μη δομικά μέτρα πρόκειται για μέτρα που δεν περιλαμβάνουν φυσική κατασκευή, που χρησιμοποιούν γνώση, πρακτική ή συμφωνία για τη μείωση των κινδύνων και των επιπτώσεων καταστροφών, ιδίως μέσω πολιτικών και νόμων, ευαισθητοποίησης του κοινού, κατάρτισης και εκπαίδευσης.

Καθώς η πολιτιστική κληρονομιά αντικατοπτρίζει τον τρόπο ζωής, σκέψης και συμπεριφοράς μιας κοινότητας, η συντήρηση των σχετικών τόπων, κτηρίων και αντικειμένων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Επιπλέον, η πολιτιστική ιδιοκτησία κάθε ατόμου συμβάλλει στην πολιτιστική κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Κατ΄ επέκταση, οι βλάβες, που προκαλούνται από φυσικούς και ανθρωπογενείς κινδύνους και τις σχετικές καταστροφές στην πολιτιστική κληρονομιά, αποδυναμώνουν την ίδια την ανθρωπότητα.

Η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να απειληθεί και να επηρεαστεί από διάφορους κινδύνους. Μεταξύ αυτών, οι φυσικοί και ανθρωπογενείς κίνδυνοι και οι σχετικές καταστροφές έχουν μεγάλες πιθανότητες να προκαλέσουν σημαντικό αντίκτυπο στην πολιτιστική κληρονομιά. Ειδικά, οι σεισμοί και οι πρωτογενείς και δευτερογενείς περιβαλλοντικές τους επιπτώσεις (επιφανειακές διαρρήξεις, αστοχίες πρανών, εδαφικές ρωγμές, tsunami), πλημμύρες, πυρκαγιές και διάβρωση έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρές βλάβες σε διάφορους τόπους και κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον, οι ανθρωπογενείς κίνδυνοι και οι σχετικές καταστροφές, όπως ένοπλες συγκρούσεις, τεχνολογικές καταστροφές και αρχαιοκαπηλία, έχουν ήδη επηρεάσει σοβαρά τους τόπους πολιτιστικής κληρονομιάς παγκοσμίως.

Καθώς η πολιτιστική κληρονομιά αντικατοπτρίζει τον τρόπο ζωής, σκέψης και συμπεριφοράς μιας κοινότητας, η συντήρηση των σχετικών τόπων, κτηρίων και αντικειμένων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Επιπλέον, η πολιτιστική ιδιοκτησία κάθε ατόμου συμβάλλει στην πολιτιστική κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Κατ΄ επέκταση, οι βλάβες, που προκαλούνται από φυσικούς και ανθρωπογενείς κινδύνους και τις σχετικές καταστροφές στην πολιτιστική κληρονομιά, αποδυναμώνουν την ανθρωπότητα.

Οι σεισμοί απειλούν πολλές θέσεις, κτήρια και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς σε όλο τον κόσμο. Η σεισμική εδαφική κίνηση μπορεί να προκαλέσει δομικές και μη δομικές βλάβες σε μνημεία, σύνολα κτιρίων και τοποθεσίες, που κυμαίνονται από μικρές ρωγμές στα μη δομικά τους στοιχεία έως εκτεταμένες ρωγμές σε δομικά τους στοιχεία (κολώνες, στέγες και δάπεδα), που οδηγούν σε μερική ή ολική καταστροφή τους. Παρόμοιες βλάβες σε αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς μπορούν να προκληθούν από πρωτογενείς και δευτερογενείς σεισμικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως κυρίως συνσεισμικές επιφανειακές διαρρήξεις, αστοχίες πρανών που περιλαμβάνουν καταπτώσεις βραχωδών τεμαχών και κατολισθήσεις, εδαφικές ρωγμές και tsunami.

Ένας ολοσχερώς κατεστραμμένος ναός στο Kathmandu μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του Νεπάλ στις 25 Απριλίου 2015 με μέγεθος Mw = 7.8. (Φωτογραφία από Καθηγητή Δρ. Ευθύμη Λέκκα, Νεπάλ 2015)

Σεισμός μεγέθους Mw = 7.8 έπληξε το Νεπάλ στις 25 Απριλίου 2015 στις 11:56 τοπική ώρα. Η δόνηση έγινε αισθητή σε όλο το Νεπάλ και στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές και στο Θιβέτ. Μαζί με το μεγαλύτερο μετασεισμό μεγέθους Mw = 7.3, που έλαβε χώρα στις 12 Μαΐου, επηρέασαν σοβαρά 14 επαρχίες του Νεπάλ με αποτέλεσμα 8891 ανθρώπινες απώλειες, 22303 τραυματίες, εκατομμύρια άστεγους, σεισμικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, βλάβες σε κτίρια και υποδομές και μεγάλες οικονομικές απώλειες. Με βάση υπαίθριες παρατηρήσεις στην περιοχή από τους Lekkas et al. (2017) λίγες ώρες μετά την εκδήλωση του κύριου σεισμού, δεν εντοπίστηκαν πρωτογενείς σεισμικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ οι δευτερογενείς περιλάμβαναν αστοχίες πρανών, ρευστοποίηση, εδαφικές ρωγμές και υδρογεωλογικές ανωμαλίες. Τα φαινόμενα αυτά εντοπίστηκαν κυρίως στην κοιλάδα του Κατμαντού, γεγονός που υποδηλώνει ένα συνδυασμό κατευθυντικότητας και φαινομένων βαθιάς λεκάνης (Lekkas et al., 2017).

Μεταξύ των κυρίαρχων τύπων κτιρίων, παλαιά κτίρια πολιτιστικής κληρονομιάς εντοπίστηκαν στην περιοχή που επλήγη από τον σεισμό (Lekkas et al., 2017). Κατατάσσονται ως κτίρια με παραδοσιακές τοιχοποιίες από τούβλα και σκελετό από ξύλο, κατασκευές από τούβλα με ασβεστολιθικό ή αργιλικό κονίαμα και κτίρια από πέτρες. Τρεις μορφές αρχιτεκτονικού σχεδιασμού παρατηρούνται στην πληγείσα περιοχή: (α) μορφή κλιμακωτή / παγόδα, (β) μορφή Chaitya / Stupa και (γ) μορφή Shikhara. Παρά τις πολλές διαφορές μεταξύ των παραπάνω μορφών, το κύριο φέρον σύστημα των παραδοσιακών ναών περιλαμβάνει τοίχους από πολλαπλά στρώματα τούβλων. Το εξωτερικό στρώμα είναι κατασκευασμένο από τούβλα καλής ποιότητας (πυρίμαχη άργιλος), το μεσαίο στρώμα από θραύσματα τούβλων και λάσπης και το εσωτερικό στρώμα από υλικά χαμηλής ποιότητας (ωμόπλινθοι).

Τα κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς με φέρουσα τοιχοποιία υπέστησαν περισσότερες βλάβες λόγω ανεπαρκούς κατασκευής και κακής συντήρησης. Σε περίπτωση καλύτερης κατασκευής, τα κτήρια παρέμειναν ανέπαφα.

Σημαντική καταστροφή παρατηρήθηκε σε διάφορα συγκροτήματα, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς και πολλές άλλες ιστορικές δομές πολιτιστικής και αρχαιολογικής σημασίας στην κοιλάδα του Κατμαντού (Lekkas et al., 2017). Οι παρατηρούμενες βλάβες ποικίλλουν σημαντικά με βάση την ηλικία κατασκευής και τα δομικά συστήματα. Περιλάμβαναν κυρίως υπολειμματική παραμόρφωση του ισογείου του ναού, ρωγμές σε τοιχοποιίες, μερική ή ολική κατάρρευση τοιχοποιιών, ταλάντωση του ξύλου και μερική ή ολική κατάρρευση της κατασκευής. Οι βλάβες σε παλαιές δομές πολιτιστικής κληρονομιάς οφείλονταν σε μεγάλη ηλικία κατασκευής, ασυνήθιστα δομικά συστήματα, επιβάρυνση μνημείων από σεισμούς του παρελθόντος, έλλειψη συντήρησης και αποκατάσταση κακής ποιότητας μετά το σεισμό του Νεπάλ το 1934 (Lekkas et al., 2017).

Το Dharahara, επίσης γνωστό ως Πύργος Bhimsen, ένας εννιαόροφος πύργος κατασκευασμένος το 1834 καταστράφηκε ολοσχερώς κατά τη διάρκεια του καταστρεπτικού σεισμού του Νεπάλ στις 25 Απριλίου 2015 με μέγεθος Mw = 7.8. (Φωτογραφία από Καθηγητή Δρ. Ευθύμη Λέκκα, Νεπάλ 2015)

Η κλιματική κρίση είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση πολλών κινδύνων και των σχετικών καταστροφών τους. Μεταξύ των αυξημένων καταστροφών, οι πυρκαγιές έχουν μεγάλες πιθανότητες να προκαλέσουν ζημιές σε χώρους, κτήρια και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι πυρκαγιές μπορούν να ξεκινήσουν κυρίως από κεραυνούς, διαρροές αερίου, πυροτεχνήματα, ελαττωματικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις ή εξοπλισμό, κάπνισμα, κεριά, εμπρησμούς, έργα κατασκευής και ανακαίνισης κ.λπ. Αρκετές εκατοντάδες καταστροφικών πυρκαγιών έχουν ήδη καταγραφεί παγκοσμίως με μεγάλο αντίκτυπο στην πολιτιστική κληρονομιά. Έχουν οδηγήσει σε ολική ή μερική καύση μεγάλων αρχείων, συλλογών ή αντικειμένων, παραμόρφωση από θέρμανση και πλήρη καταστροφή σημαντικών ιστορικών κτηρίων και ιστορικών κέντρων πόλεων.

Εικόνα από drone του 850χρονου καθεδρικού ναού της Notre-Dame στο Παρίσι μετά τη φωτιά στις 15 Απριλίου 2019. Προκάλεσε ζημιά στην οροφή πάνω από το σηκό και το βωμό και στον ξύλινο κώνο, ο οποίος κατέρρευσε. (Φωτογραφία από KCRG μέσω CNN)

Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1991, καθώς είναι μια σημαντική θρησκευτική δομή, ένα αριστούργημα μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, ένα αποθετήριο για σημαντικά λείψανα και τέχνη, ένα σύμβολο του Παρισιού και ένα γαλλικό ορόσημο.

Στις 15 Απριλίου 2019, στον 850 ετών καθεδρικό ναό της Notre-Dame στο Παρίσι ξέσπασε πυρκαγιά. Η πυρκαγιά αποδόθηκε σε συνεχιζόμενες εργασίες ανακαίνισης. Η κύρια κατασκευή παρέμεινε ανέπαφη, αλλά η πυρκαγιά είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των μεσαιωνικών ξύλινων δοκών, που στήριζαν την οροφή, και την ανατροπή του διάσημου κώνου καθώς και την κατάρρευση περίπου 750 τόνων πέτρας και μόλυβδο.

Οι πυροσβέστες, οι αποκριθέντες στην έκτακτη ανάγκη, το προσωπικό του καθεδρικού ναού και επιστήμονες ειδικευμένοι στη συντήρηση τέχνης και αρχιτεκτονικής έσωσαν όλα τα ιστορικά λείψανα και τα έργα τέχνης. Έσωσαν την πρόσοψη, τους πύργους, τους τοίχους, τα στηρίγματα και τα βιτρό παράθυρα μετά την ταχεία απόκρισή τους. Το Μεγάλο Όργανο με πάνω από 8.000 σωλήνες, που κατασκευάστηκαν τον 18ο αιώνα σώθηκε επίσης, αλλά υπέστη βλάβες από το νερό της κατάσβεσης. Ευτυχώς, τα χάλκινα αγάλματα είχαν αφαιρεθεί πριν από την πυρκαγιά λόγω των συνεχιζόμενων εργασιών ανακαίνισης. Η πέτρινη καμάρα που σχηματίζει την οροφή του καθεδρικού ναού της Notre-Dame είχε αρκετές τρύπες, αλλά στο σύνολό της παρέμεινε ανέπαφη.

Βλάβες στη στέγη από την πυρκαγιά, που προκλήθηκε στη στέγη του 850 ετών καθεδρικού ναού της Notre-Dame στο Παρίσι στις 15 Απριλίου 2019. (Φωτογραφία από Ludovic Marin / AFP / Getty Images)

Οι πλημμύρες είναι η πιο συχνή καταστροφή από φυσικό κίνδυνο με αυξανόμενες αρνητικές επιπτώσεις στο δομημένο περιβάλλον. Όσον αφορά την έκταση και τη διάρκειά τους, κυμαίνονται από μικρά γεγονότα με τοπικές επιπτώσεις έως καταστροφικά γεγονότα, που επηρεάζουν μεγάλες περιοχές και πολλές χώρες. Οι βλάβες, που προκαλούνται από τις πλημμύρες, ποικίλλουν από ήπιες βλάβες σε μη δομικά στοιχεία έως τη μερική ή ολική κατάρρευση της κατασκευής. Μπορεί να αποδοθεί κυρίως σε στατικά και δυναμικά φορτία, σε σύγκρουση με πλωτά αντικείμενα, σε διαβροχή δομικών υλικών και δομικών και μη δομικών στοιχείων καθώς και σε χημική ρύπανση και βιολογική μόλυνση. Μεγάλος κίνδυνος για την κινητή πολιτιστική κληρονομιά (για παράδειγμα αρχεία και αντικείμενα σε μουσεία) είναι οι πλημμύρες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ταχεία άνοδο και πτώση των πλημμυρικών υδάτων. Παρά το γεγονός ότι οι πλημμύρες είναι συνήθως μικρής διάρκειας, η αποκατάσταση των τόπων πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και σημαντική προσπάθεια.

Tμήμα του αντιπλημμυρικού τείχους, που βρίσκεται δυτικά της σημερινής κοίτης του Κλαδέου ποταμού, κατάντη της μεγάλης γέφυρας της Ολυμπίας. Οι μεγάλοι όγκοι του αρχικού μυκηναϊκού τείχους βρίσκονται στο κάτω μέρος και τα τούβλα της ρωμαϊκής επισκευής βρίσκονται στο πάνω μέρος του τείχους. Ολόκληρη η δομή θάφτηκε κάτω από πλημμυρικές αποθέσεις και αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές, που πραγματοποίησε το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. (Φωτογραφία από Δρ. Σπυρίδωνα Μαυρούλη)

Ο χώρος της Ολυμπίας κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους. Τον 10ο αιώνα π.Χ., η Ολυμπία έγινε κέντρο λατρείας του Έλληνα Θεού Δία. Η Άλτη – το ιερό των θεών – έχει μια από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις αριστουργημάτων από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Εκτός από τους ναούς, ο χώρος περιλαμβάνει τα ερείπια όλων των αθλητικών δομών, που ανεγέρθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οποίοι διοργανώνονταν στην Ολυμπία κάθε τέσσερα χρόνια ξεκινώντας από το 776 π.Χ.

Κατά τη μακρά του ιστορία, σε μια περιοχή με έντονες ενδογενείς και εξωγενείς διεργασίες, ο αρχαιολογικός χώρος έχει πληγεί από διάφορους κινδύνους, όπως σεισμούς, κατολισθήσεις, πλημμύρες και πυρκαγιές. O Fountoulis et al. (2008) παρουσίασε τις καταστροφικές συνέπειες της ποτάμιας δράσης του Κλαδέου στα αντιπλημμυρικά έργα του χώρου της Ολυμπίας από την προϊστορική έως τη ρωμαϊκή περίοδο. Συνδύασαν αρχαιολογικά και γεωλογικά δεδομένα για την περιοχή και αντιλήφθηκαν αλλαγές και μετατοπίσεις της παρακείμενης κοίτης του ποταμού Κλαδέου. Διακρίνουν τρεις περιόδους ισχυρών πλημμυρών, που σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές βάσει των αστοχιών των αρχαίων αντιπλημμυρικών έργων. Η πρώτη περίοδος πλημμυρών έλαβε χώρα από το 1300 έως το 400 π.Χ. κατά τη μετάβαση από χαμηλές σε υψηλές θερμοκρασίες. Η δεύτερη περίοδος πλημμυρών διαρκεί από το 200 έως το 400 μ.Χ. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι τα εκτεταμένα αλλουβιακά γεγονότα στον ποταμό Κλαδέο, που συνδέονται με σχετικά υψηλές θερμοκρασίες και μεγάλες ροές. Η τρίτη περίοδος πλημμυρών πραγματοποιήθηκε από το 700 έως το 1400 μ.Χ. ως αποτέλεσμα εναλλαγών θερμών και ψυχρών συνθηκών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Ιερό της Ολυμπίας καλύφθηκε πλήρως από πλημμυρικές αποθέσεις και εξαφανίστηκε μέχρι τις πρώτες ανασκαφές του 19ου αιώνα μ.Χ.

Τμήμα του αντιπλημμυρικού τείχους δυτικά της σημερινής κοίτης του Κλαδέου ποταμού, κατάντη της μεγάλης γέφυρας της Ολυμπίας. Ολόκληρη η δομή θάφτηκε κάτω από πλημμυρικές αποθέσεις και αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές που πραγματοποίησε το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. (Φωτογραφία από Δρ. Σπυρίδωνα Μαυρούλη)

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Παλαιό Κάιρο, Αίγυπτος) είναι ένα μοναδικό πετρόκτιστο συγκρότημα, που περιλαμβάνει δομές διαφορετικών χρονικών περιόδων (Φαραωνική, Μεσαιωνική, Ρωμαϊκή περίοδος, κατασκευή του 1909, τροποποιήσεις από το 1909 έως το 1930, ανακατασκευή του 1941). Η περιοχή έχει πληγεί από πλημμύρες πριν από την κατασκευή του Υψηλού Φράγματος Aswan και της υψηλής στάθμης των υπόγειων υδάτων του ποταμού Νείλου, με αποτέλεσμα διαδοχική φόρτιση και εκφόρτιση των εδαφών και εδαφικών μετακινήσεων. Επιπλέον, το υψηλό επίπεδο των υπόγειων υδάτων πλημμύρισε τα χαμηλότερα επίπεδα της κατασκευής. Το κτιριακό συγκρότημα βασίζεται σε πυκνές αλλουβιακές άμμους, λάσπη και αργιλώδη εδάφη, κατά τη διάρκεια της χαμηλής στάθμης του ποταμού. Τμήματα του ναού είναι θεμελιωμένα σε ρηχό βάθος, ενώ το εσωτερικό του είναι χτισμένο σε ερείπια ενός ρωμαϊκού πύργου, ο οποίος βασίζεται σε βαθύτερα εδάφη. Η εκκλησία διατρέχει μέτριο κίνδυνο πρόκλησης βλαβών από δονήσεις από εκτεταμένες ανασκαφές στον περιβάλλοντα χώρο, διαφορικές καθιζήσεις από πτώση του υδροφόρου ορίζοντα και από σεισμούς (Lekkas et al., 2018).

Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των γεωλογικών, γεωτεχνικών και υδρογεωλογικών συνθηκών της περιοχής, οι αστοχίες της εκκλησίας αποδόθηκαν στην πολυπλοκότητα του κτιρίου και σε διαφορικές καθιζήσεις, που προκλήθηκαν από διακυμάνσεις της στάθμης των υπόγειων υδάτων (Lekkas et al., 2018). Προτάθηκε η μείωση του υδροφόρου ορίζοντα ως μέρος ενός μεγαλύτερου έργου αποστράγγισης και υπολογίστηκαν οι αναμενόμενες καθιζήσεις. Μετά τον τερματισμό της πτώσης των υπόγειων υδάτων, μετρήθηκαν οι διαφορικές καθιζήσεις. Για τη συντήρηση του μνημείου, προτάθηκε η διατήρηση της στάθμης των υπόγειων υδάτων κάτω από τα παλαιότερα θεμέλια μαζί με την εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης ρωγμών (Lekkas et al., 2018).

Οι αστοχίες πρανών προκαλούνται κυρίως από σεισμούς, ισχυρές βροχοπτώσεις, πλημμύρες, διάβρωση από ποτάμια ύδατα και θαλάσσια κύματα και ανθρώπινες δραστηριότητες. Χαρακτηρίζονται από υψηλό δυναμικό πρόκλησης βλαβών σε μνημεία, κτήρια, χώρους και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατατάσσονται σε διάφορους τύπους, συμπεριλαμβανομένων καταπτώσεων, ολισθήσεων, ροών και χιονοστιβάδων βραχωδών τεμαχών και εδαφικών σχηματισμών, που ενεργοποιούνται και ελέγχονται από διάφορους σεισμοτεκτονικούς, τοπογραφικούς, κλιματολογικούς και λιθολογικούς παράγοντες, που περιλαμβάνουν λιθολογία, υψόμετρο, κλίση, φορά κλίσης, καμπυλότητα πρανούς, απόσταση από ρήγματα, από ποτάμια και από δρόμους, μέγιστη εδαφική επιτάχυνση και βροχόπτωση. Αυτά τα φαινόμενα μπορούν να προκαλέσουν μετατόπιση του κτηρίου ή του αντικειμένου πολιτιστικής κληρονομιάς, σοβαρή παραμόρφωση, ανατροπή κτηρίων και πλήρη καταστροφή του μνημείου, του κτηρίου, του τόπου και του αντικειμένου της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο Ναός του Απόλλωνα, του Θεού της μουσικής, της αρμονίας, του φωτός, της θεραπείας και των χρησμών κατείχε την πιο εξέχουσα θέση στο Πανελλήνιο Ιερό των Δελφών. Είναι χτισμένο κοντά σε υψηλές και απότομες πλαγιές (Φαιδριάδες Πέτρες), οι οποίες αντιστοιχούν σε ένα ρήγμα με διεύθυνση Α-Δ, που διαορφώνει το βόρειο περιθώριο του βυθίσματος του Κορινθιακού Κόλπου και είναι επιδεκτικές στην εκδήλωση καταπτώσεων βραχωδών τεμαχών με υψηλό δυναμικό πρόκλησης βλαβών στον αρχαιολογικό χώρο (Φωτογραφία από Καθηγητή Δρ. Ευθύμη Λέκκα)

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας έχει επίσης επηρεαστεί από αστοχίες στις πλαγιές του γειτονικού Κρονίου λόφου. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτά τα φαινόμενα, κατασκευάστηκε ένας υποστηρικτικός τοίχος αποτελούμενος από βιοκλαστικά ασβεστολιθικά τεμάχια μεγέθους 0,5×0,5x1m στο άνδηρο των θησαυρών, που βρίσκεται στους πρόποδες του Κρονίου λόφου. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα για το χρόνο κατασκευής του, αλλά επηρεάστηκε από φαινόμενα ερπυσμού και εδαφικές αστοχίες και ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των συστηματικών ανασκαφών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (1875-1881). Ο Mariolakos et al. (2004) επεσήμαναν ότι τα φαινόμενα ερπυσμού και οι εδαφικές αστοχίες σε αυτό το τμήμα του αρχαιολογικού χώρου αποτελούν ένα περίπλοκο πολυπαραμετρικό γεωτεχνικό ζήτημα με υψηλό δυναμικό επηρεασμού των αρχαίων κατασκευών, όπως έχει ήδη συμβεί κατά την αρχαιότητα.

Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών είναι επιδεκτικός σε καταπτώσεις, που εκδηλώνονται κατά μήκος των Φαιδριάδων Πετρών. Στο παρελθόν, ο χώρος καλύφθηκε εν μέρει από αποθέσεις που προέκυψαν από αστοχίες πρανών. (Φωτογραφία από Δρ. Σπυρίδωνα Μαυρούλη)

Η διάβρωση αποδίδεται στις διαδικασίες, εμπλέκονται κυρίως οι άνεμοι και τα ύδατα. Ο άνεμος προκαλεί επιπλέον φόρτιση και μηχανική βλάβη στις κατασκευές καθώς μεταφέρει νερό, άλατα, σκόνη και αέρια στο αντικείμενο. Επιπλέον, μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τη χημική δράση και τον επίδραση των υδάτων και των ανέμων σε μνημεία, κτήρια, χώρους και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς με αποτέλεσμα απόθεση ρύπων, βιολογική διάβρωση, κύκλους ξήρανσης και διαβροχής, μηχανική φθορά των προσβεβλημένων επιφανειών και λείανσή τους. Όλες αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να προκαλέσουν σημαντική φθορά, που κυμαίνεται από αλλαγές στα εξωτερικά μέρη των δομών πολιτιστικής κληρονομιάς έως δομικές βλάβες, συμπεριλαμβανομένης της μερικής ή ολικής κατάρρευσής τους. Όσον αφορά τις διαδικασίες διάβρωσης από τα θαλάσσια και ποτάμια ύδατα, τα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, τα κτίρια και οι τοποθεσίες, που βρίσκονται σε παράκτιες και παραποτάμιες περιοχές είναι πιο ευάλωτα και ευπαθή.

Το νησί του Πάσχα (Rapa Nui) βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό και είναι ένα από τα πιο απομακρυσμένα κατοικημένα νησιά στον κόσμο. Το παράκτιο περιβάλλον του αποτελείται από φτωχά εδάφη ιδιαίτερα ευαίσθητα στη διάβρωση των ακτών. Λόγω της απουσίας υφάλου για την προστασία του παράκτιου περιβάλλοντος, η ευαισθησία είναι πολύ υψηλή. Τα πολιτιστικά αντικείμενα κατά μήκος των ακτών απειλούνται από τη διάβρωση των ακτών και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή.

Το νησί του Πάσχα (Rapa Nui, Χιλή) είναι ένα από τα πιο απομακρυσμένα κατοικημένα νησιά στον κόσμο. Ήταν ακατοίκητο πριν οι Πολυνήσιοι φτάσουν στο νησί πιθανότατα μεταξύ 300 και 800 μ.Χ. Η πλειονότητα των θέσεων και αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς στο νησί Rapa Nui (σχεδόν 90%) συγκεντρώνεται στο παράκτιο τμήμα του. Επιπλέον, σε σύγκριση με άλλα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, το Rapa Nui δεν έχει ύφαλο για να προστατεύσει το παράκτιο περιβάλλον του, που αποτελείται από φτωχά εδάφη, από τις αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Η συνέργεια των προαναφερθέντων φαινομένων καθιστά το νησί και ειδικότερα την παράκτια πολιτιστική κληρονομιά του εξαιρετικά ευάλωτα στην αυξημένη συχνότητα καταιγίδων και ανέμων και στην επακόλουθη διάβρωση των ακτών, καθώς και σε άλλες δυσμενείς επιπτώσεις, που οφείλονται στην εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή. Εκατοντάδες από τα διάσημα τελετουργικά μνημεία, που περικυκλώνουν το νησί, βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο λόγω της επίδρασης των προαναφερθέντων φαινομένων.

Το νησί του Πάσχα (Rapa Nui) φημίζεται για τα σχεδόν 1000 σωζόμενα μνημειώδη αγάλματά του, που ονομάζονται Moai, τα οποία δημιουργήθηκαν από τους πρώτους κατοίκους του Rapa Nui. Η πλειοψηφία τους βρίσκεται κοντά στην ακτή. Επομένως, είναι εξαιρετικά ευάλωτα στην αύξηση της στάθμης της θάλασσας και στη διάβρωση των ακτών, που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή

Η κλιματική κρίση θεωρείται καταστροφική. Αποτελεί μια σοβαρή απειλή για το μέλλον μας, αλλά και για τη φυσική και πολιτιστική μας κληρονομιά. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων των υδρολογικών και μετεωρολογικών κινδύνων και των σχετικών καταστροφών, αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου και έχουν υψηλό δυναμικό να δημιουργήσουν νέες συνθήκες με άμεσες και έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των τοποθεσιών, των κτηρίων και των αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι άμεσες επιπτώσεις περιλαμβάνουν δομικές και μη δομικές βλάβες σε κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι έμμεσες επιπτώσεις επεκτείνονται σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής και σε συναφείς δραστηριότητες. Πρέπει να θεωρηθούν ως μια συνεχιζόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία απαιτεί αποτελεσματική αντίδραση για τη βιωσιμότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η πολιτιστική κληρονομιά θα μπορούσε να προσφέρει λύσεις στα προβλήματα, που προκύπτουν από την κλιματική κρίση και να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την αειφόρο ανάπτυξη, καθώς συνήθως περιλαμβάνει γνώσεις για το περιβάλλον, τον καιρό, την ατμόσφαιρα και τη βιοποικιλότητα και προσφέρει φιλικές προς το περιβάλλον τεχνικές και βιώσιμες πρακτικές.

Ανθρωπογενείς καταστροφές με μεγάλη πιθανότητα να επηρεάσουν την πολιτιστική κληρονομιά είναι οι ένοπλες συγκρούσεις και οι τεχνολογικές καταστροφές. Με βάση τον ορισμό του Uppsala Conflict Data Program (UCDP), μια ένοπλη σύγκρουση αποτελεί μια αμφισβητούμενη ασυμβατότητα, που αφορά κυβέρνηση ή / και περιοχή, όπου η χρήση ενόπλων δυνάμεων μεταξύ δυο μερών, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα είναι η κυβέρνηση ενός κράτους, έχει ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 25 θανάτους ανά έτος, που σχετίζονται με μάχη.

Με βάση το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τη μείωση των κινδύνων καταστροφών (UNDRR), οι τεχνολογικοί κίνδυνοι αναφέρονται σε κινδύνους, που προέρχονται από τεχνολογικές ή βιομηχανικές συνθήκες. Περιλαμβάνουν τεχνολογικά ή βιομηχανικά ατυχήματα, επικίνδυνες διαδικασίες, ελλείψεις υποδομών και συγκεκριμένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Αυτά τα γεγονότα έχουν μεγάλες πιθανότητες να προκαλέσουν απώλεια ζωής, τραυματισμό, ασθένεια ή άλλες επιπτώσεις στην υγεία, καθώς και βλάβες στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων μνημείων, κτηρίων, τοποθεσιών και αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς.

Οι τεχνολογικοί κίνδυνοι μπορούν επίσης να αποδοθούν σε φυσικούς κινδύνους και συναφείς καταστροφές. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πυρηνική καταστροφής της Fukushima Daiichi, που προκλήθηκε από το tsunami που προκλήθηκε από το σεισμό μεγέθους Mw = 9.0, που εκδηλώθηκε στις 11 Μαρτίου 2011 στην Ιαπωνία.

Με βάση την UNESCO, το Χαλέπι ήταν κάποτε μια από τις πλουσιότερες πόλεις όλης της ανθρωπότητας. Χτισμένο το 715, το Μεγάλο Τζαμί του Χαλεπίου, γνωστό και ως Τζαμί Umayyad, αντανακλούσε την πλούσια και παλιά ιστορία της περιοχής, με στοιχεία από διαφορετικούς δυτικούς και ανατολικούς πολιτισμούς. Το Μεγάλο Τζαμί, ως μέρος της Αρχαίας Πόλης του Χαλεπίου, ανακηρύχθηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1986. Δυστυχώς, προστέθηκε για πρώτη φορά στη λίστα της Παγκόσμιας Κληρονομιάς σε Κίνδυνο το 2013, αφού μετατράπηκε σε πεδίο μάχης τον Ιούλιο του 2012. Φωτογραφία από George Ourfalian/AFP/Getty Images μέσω https://news.artnet.com/art-world/aleppo-evacuation-destruction-cultural-heritage-784538

Οι ανθρωπογενείς κίνδυνοι και οι σχετικές καταστροφές, συμπεριλαμβανομένων των ένοπλων συγκρούσεων, χαρακτηρίζονται από υψηλές δυνατότητες πρόκλησης σημαντικών βλαβών σε πολιτιστικούς χώρους, κτίρια και αντικείμενα. Αρκετά μουσεία, ναοί, μαυσωλεία, τάφοι και τζαμιά σε μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO καταστράφηκαν πρόσφατα από ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορες χώρες της Εγγύς Ανατολής, όπως η Συρία, το Ιράκ και η Ιορδανία. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η πόλη του Χαλέπι στη Συρία, η οποία είχε γίνει κέντρο συγκρούσεων. Το Μεγάλο Τζαμί της πόλης είχε έναν μιναρέ άνω των 1000 ετών. Τον Απρίλιο του 2013, το τζαμί βρέθηκε εν μέσω σφοδρής μάχης και ένας βομβαρδισμός είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή του. Από τότε, πολλά κτίρια κοντά στο τζαμί έχουν επίσης καταστραφεί εντελώς από εκρηκτικά.

Παρόμοια σκόπιμη καταστροφή τόπων και κτιρίων πολιτιστικής κληρονομιάς συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από την Ευρώπη και τις ένοπλες συγκρούσεις που σημειώθηκαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990. Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων, πολλές τοποθεσίες και κτίρια που περιλαμβάνουν βιβλιοθήκες και μουσεία, εκκλησίες, ενορίες, μοναστήρια, γέφυρες, παλάτια και κτίρια σε ιστορικά κέντρα πόλεων υπέστησαν βλάβες λόγω βομβαρδισμού και άλλων σχετικών δραστηριοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις πλήρη καταστροφή.

Με βάση την UNESCO, το Χαλέπι ήταν κάποτε μια από τις πλουσιότερες πόλεις όλης της ανθρωπότητας. Χτισμένο το 715, το Μεγάλο Τζαμί του Χαλεπίου, γνωστό και ως Τζαμί Umayyad, αντανακλούσε την πλούσια και παλιά ιστορία της περιοχής, με στοιχεία από διαφορετικούς δυτικούς και ανατολικούς πολιτισμούς. Το Μεγάλο Τζαμί, ως μέρος της Αρχαίας Πόλης του Χαλεπίου, ανακηρύχθηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1986. Δυστυχώς, προστέθηκε για πρώτη φορά στη λίστα της Παγκόσμιας Κληρονομιάς σε Κίνδυνο το 2013, αφού μετατράπηκε σε πεδίο μάχης τον Ιούλιο του 2012. Φωτογραφία από George Ourfalian/AFP/Getty Images μέσω https://news.artnet.com/art-world/aleppo-evacuation-destruction-cultural-heritage-784538

Τα κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς επηρεάζονται από την ατμοσφαιρική ρύπανση. Τα εξωτερικά τους μέρη (περιμετρικοί τοίχοι, προσόψεις) παλαιοτέρα αποκτούσαν σκούρο χρώμα λόγω βιομηχανικών διεργασιών στην ευρύτερη περιοχή. Σήμερα, τα κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς έχουν πιο ζεστούς χρωματικούς τόνους, οι οποίοι είναι λιγότερο ενοχλητικοί, αλλά όχι λιγότερο επιβλαβείς. Τα υδρομετεωρολογικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν τα κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς ευνοώντας τον βιολογικό αποικισμό σε εξωτερικά δομικά μέρη τους και αυξάνοντας την εναπόθεση υλικών στις προσόψεις τους. Αυτά τα φαινόμενα είναι ικανά να προκαλέσουν όχι μόνο αισθητικά προβλήματα στην όψη αλλά και επιπτώσεις στην στατικότητα των επηρεαζόμενων κτηρίων.

Μαυρισμένοι εξωτερικοί περιμετρικοί τοίχοι λόγω συσσώρευσης ρύπων, ιδιαίτερα ανθρακικών σωματιδίων, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου (Stephansdom) που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της Βιέννης (Αυστρία). Χτίστηκε από ασβεστόλιθο και το αρχικό χρώμα των εξωτερικών τοίχων του ήταν λευκό. (Φωτογραφία από Δρ. Σπυρίδωνα Μαυρούλη, Βιέννη 2017)

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Στεφάνου (Stephansdom) ολοκληρώθηκε το 1160 και είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της Βιέννης. Ο καθεδρικός ναός έχει μήκος 107 μέτρων, πλάτος 40 μέτρων και ύψος 136 μέτρων στο υψηλότερο σημείο του. Χτίστηκε από ασβεστόλιθο και το αρχικό χρώμα των εξωτερικών περιμετρικών τοίχων του ήταν λευκό. Με το πέρασμα των αιώνων, τα εξωτερικά του τείχη τείνουν να σκουραίνουν λόγω της συσσώρευσης ρύπων, ιδιαίτερα ανθρακούχων σωματιδίων. Τα επιφανειακά υλικά εμφανίζουν στρώματα μαύρης αποσύνθεσης, που μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική βλάβη και απώλεια υλικού. Πρόσφατα έργα αποκατάστασης και έργα που βρίσκονται υπό εξέλιξη ακόμα και σήμερα έδωσαν σταδιακά σε κάποια τμήματα του Stephansdom το αρχικό τους λευκό χρώμα.

Μαυρισμένοι εξωτερικοί περιμετρικοί τοίχοι λόγω συσσώρευσης ρύπων, ιδιαίτερα ανθρακικών σωματιδίων, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου (Stephansdom) που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της Βιέννης (Αυστρία). Χτίστηκε από ασβεστόλιθο και το αρχικό χρώμα των εξωτερικών τοίχων του ήταν λευκό. (Φωτογραφία από Δρ. Σπυρίδωνα Μαυρούλη, Βιέννη 2017)

Μια έκρηξη είναι η μεγάλης κλίμακας, γρήγορη και ξαφνική απελευθέρωση αποθηκευμένης ενέργειας. Αυτή η απελευθέρωση προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας και της πίεσης, έτσι ώστε τα υλικά να μετατρέπονται σε καυτά συμπιεσμένα αέρια. Δεδομένου ότι αυτά τα αέρια είναι σε υψηλή θερμοκρασία και πίεση, επεκτείνονται γρήγορα δημιουργώντας ένα κύμα πίεσης. Το κρουστικό κύμα προέρχεται από το συνδυασμό της εκτόνωσης του αέρα και της σχετικής εδαφικής δόνησης. Καθώς το ωστικό κύμα φτάνει σε ένα κτίριο, αντανακλάται, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της υπερπίεσης που κυμαίνεται από 2 έως 13. Το ωστικό κύμα εισέρχεται στο κτήριο μέσω θρυμματισμένων θυρών και σπασμένων παραθύρων και μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τα μη δομικά στοιχεία του κτηρίου, αλλά και τα δομικά στοιχεία του, που περιλαμβάνουν πλάκες και κολώνες. Το ωστικό κύμα υφίσταται αρκετές διαθλάσεις, που οφείλονται στην αλληλεπίδραση με διάφορες επιφάνειες με αποτέλεσμα αύξηση ή μείωση της πίεσης. Το κύμα αυτό είναι ο κύριος μηχανισμός για την πρόκληση βλαβών στο δομημένο περιβάλλον, που περιβάλλει το σημείο έκρηξης αλλά και σε μεγαλύτερες αποστάσεις.

Όψη από drone του Παλατιού Sursock, που χτίστηκε το 1860 από τη Moussa Sursock. Βρίσκεται στην ιστορική οδό Sursock, στην περιοχή Achrafieh της πόλης της Βηρυτού (Λίβανος) και επηρεάστηκε σοβαρά από την έκρηξη της 4ης Αυγούστου 2020 στο λιμάνι της πόλης. (Φωτογραφία από Haytham Al Achkar/Getty Images μέσω https://www.theguardian.com/world/gallery/2020/aug/13/beirut-explosion-devastates-sursock-palace-and-museum-in-pictures)

Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 2020 ξέσπασε πυρκαγιά στην Αποθήκη 12 δίπλα στο λιμάνι της πόλης της Βηρυτού. Η αποθήκη περιείχε τεράστια ποσότητα νιτρικού αμμωνίου (2750 τόνους) και βρισκόταν δίπλα σε σιλό κόκκων και κοντά σε άλλες λιμενικές εγκαταστάσεις. Καθώς η φωτιά συνέχιζε, μια πρώτη έκρηξη προκάλεσε ένα σύννεφο καπνού σε ύψος αρκετών μέτρων, ακολουθούμενο από εκρήξεις στη βάση της στήλης του καπνού συνοδευόμενη από αντίστοιχους ήχους. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, μια τεράστια έκρηξη έπληξε τη Βηρυτό. Απελευθέρωσε ένα υψηλό τοξικό σύννεφο διοξείδιο του αζώτου κόκκινου – πορτοκαλί χρώματος, που προέκυψε από την έκρηξη του αποθηκευμένου νιτρικού αμμωνίου, το οποίο περιβαλλόταν από ένα λευκό νέφος συμπύκνωσης. Η δεύτερη έκρηξη εξαφάνισε την αποθήκη, κατέστρεψε το λιμάνι και τις παρακείμενες εγκαταστάσεις και επηρέασε σημαντικά τις πυκνοκατοικημένες γειτονιές της πόλης και τις εμπορικές περιοχές στο κέντρο της πόλης (Lekkas et al., 2020). Έγινε αισθητή στο βόρειο Ισραήλ και στην Κύπρο, που βρίσκεται σε απόσταση 240 χιλιομέτρων στα δυτικά.
Όσον αφορά τον αντίκτυπο στον τοπικό πληθυσμό της Βηρυτού, η έκρηξη έγινε αισθητή σε ακτίνα δύο μιλίων, μια περιοχή, όπου ζουν περισσότερα από 750.000 άτομα. Αυτή η μαζική έκρηξη προκάλεσε περισσότερους από 178 θανάτους, περισσότερους από 6000 τραυματίες και περίπου 300.000 άστεγους (στοιχεία στις 14 Αυγούστου 2020). Προκάλεσε σημαντική ζημιά σε κτίρια και οχήματα. Το ωστικό κύμα ήταν ο κυρίαρχος παράγοντας για τις βλάβες στα κτίρια της ευρύτερης της έκρηξης περιοχής.

Η έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού και το επακόλουθο ωστικό κύμα προκάλεσαν σοβαρές βλάβες σε μερικές από τις πιο ιστορικές γειτονιές της πόλης της Βηρυτού, που περιλαμβάνουν εκατοντάδες κτήρια, μνημεία και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένων πολιτιστικών περιοχών, ιστορικών περιοχών και κτηρίων. Οι πληγείσες ιστορικές περιοχές είναι οι Mar Mikhaël, Sayfé, Gemmayzeh, Geitawi, St. Nicolas, Zukak el-Blatt, Minet el-Hosn και Bachoura. 480 ιστορικά κτήρια και κτήρια πολιτιστικής κληρονομιάς υπέστησαν βλάβες από την έκρηξη. Πιο συγκεκριμένα, 85 υπέστησαν σοβαρές βλάβες, 370 μέτριες και 25 ήπιες. Επηρεάστηκαν επίσης 160 ιστορικά κτίρια που χαρακτηρίζονται από ειδικά σχεδιαστικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά (Ministry of Culture – Directorate General of Antiquities’ Beirut, 2020; PwC, 2020).

Οι περιοχές Gemmayzeh και Mar Mikhaël χαρακτηρίζονται από μεγάλη συγκέντρωση ιστορικών κτηρίων. Η πλειοψηφία τους επηρεάστηκε από το ωστικό κύμα και την εδαφική δόνηση, που δημιουργήθηκαν από την έκρηξη στο λιμάνι. Περίπου 60 ιστορικά κτίρια ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης (UNESCO, 2020). Τα ιστορικά κτίρια στη Βηρυτό ήταν ήδη ευάλωτα λόγω έλλειψης συντήρησης.

Μερική άποψη του κατεστραμμένου εσωτερικού του παλατιού Sursock στην πόλη της Βηρυτού (Λίβανος) μετά την έκρηξη στις 4 Αυγούστου 2020 στο λιμάνι της πόλης. Το εσωτερικό του παλατιού επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το ωστικό κύμα και πολλά πολιτιστικά αντικείμενα καταστράφηκαν ολοσχερώς. (Φωτογραφία από Felipe Dana/AP μέσω https://www.theguardian.com/world/gallery/2020/aug/13/beirut-explosion-devastates-sursock-palace-and-museum-in-pictures)

Η αρχαιοκαπηλία περιλαμβάνει αρχικά μια παράνομη ανασκαφή σε έναν χώρο πολιτιστικής κληρονομιάς με σκοπό την αφαίρεση και μετέπειτα πώληση τυχόν πολιτιστικών αντικείμενων, που ανασκάπτονται. Για την εύρεση και την αφαίρεση των αντικειμένων αυτών, συνήθως δημιουργείται μια ρηχή τρύπα με βάθος λίγων μέτρων, αλλά μερικές φορές χρησιμοποιούνται βαριά εργαλεία και εξοπλισμός, που απειλούν την πρόσβαση σε κτήρια και χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς και καταστρέφουν μη δομικά και δομικά στοιχεία των χώρων με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή τους. Αυτή η δραστηριότητα είναι ενδημική σε χώρες και περιοχές της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Κύπρου και της Αιγύπτου, μεταξύ άλλων, οι οποίες είναι πλούσιες σε αρχαιολογική-πολιτιστική κληρονομιά και σχετικά μνημεία και αντικείμενα. Παρόμοιες παράνομες δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα στην Αφρική, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Νότια Αμερική, όπου μεγάλο μέρος των προϋπαρχόντων πολιτισμών είναι ακόμη άγνωστο στις επίσημες ιστορικές και αρχαιολογικές επιστήμες καθώς δεν έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα.